In my dreams children sing A song of love for every boy and girl The sky is blue the fields are green And laughter is the language of the world Then I wake and all I see is a world full of people in need
Tell me why, does it have to be like this Tell me why, is there something I have missed Tell me why, I don't understand When somebody needs somebody We don't give a helping hand Tell me why
Every day I ask myself what I have to do to be a man Do I have to stand and fight To prove to everybody who I am Is that what my life is for To waste in a world full of war
Tell me why, does it have to be like this Tell me why, is there something I have missed Tell me why, I don't understand When somebody needs somebody We don't give a helping hand Tell me why Tell me why Tell me why Just tell me why
Why why, do the tiders run Why why, do we shoot the gun Why why, do we never learn Can someone tell us why we cannot just be freinds Why Why.
Σήμερα, είναι μια απλή μέρα. Γιορτάζει ο Χρυσόστομος. Χρόνια πολλά Χρυσόστομε, να τα εκατοστήσεις! Άυριο όμως είναι η Παγκόσμια ημέρα κατά του διαβήτη. Αναρρώνοντας από το πάρτυ στο φίλο μας τον Χρυσόστομο, μπορούμε να ξοδέψουμε και λίγη ώρα αναλογιζόμενοι τους ανθρώπους σε αυτή την χώρα που πάσχουν από αυτή την ασθένεια.
Είπα να σας θυμίσω κάποια πράγματα, αν και δεν ήταν αυτός ο αρχικός μου σκοπός. Με τόσα που γίνονται, όχι μόνο στο φτωχό πλην τίμιο καλυβάκι μας, αλλά και σε όλη την υφήλιο, επιθυμούσα ομολογουμένως να κάνω κάποιο σχολιασμό. Αυτό που διαπίστωσα όμως ήταν ότι απλά θα εξωτερίκευα μια ακμαίουσα απελπισία. Δεν θα έλεγα τίποτα καινούριο.Όλοι είμαστε αρκετά έξυπνοι και εκπαιδευμένοι πια, για να γνωρίζουμε πολύ καλά τι γίνεται. Απλά θα προσέθετα λίγη ακόμη γκρίνια. Επειδή όμως σε αντίθεση με πάρα πολλούς δεν αντέχω άλλο αυτήν, την μίζερη και γεμάτη απελπισία διάθεση των περισσοτέρων, όχι αδικαιολόγητη, είπα να μιλήσω περί ανέμων και υδάτων. Έτσι "περί ανέμων", σήμερα γιορτάζει ο Χρυσόστομος και "περί υδάτων" αύριο είναι η Παγκόσμια Ημέρα "κατά του Διαβήτη" ή σκέτο "του Διαβήτη". Συγνώμη σε όσους φέρουν το όνομα Χρυσόστομος και σε όσους πάσχουν από διαβήτη. Δεν υποτιμώ κανένα από τα δύο.
Από φωνές κατακραυγής και απελπισίας έχω μπουχτίσει. Καταντάει πια ενοχλητικό και ψυχοφθόρο όταν δεν βλέπεις τίποτα να στεριώνει σε αυτόν τον τόπο. 'Ο,τι να 'ναι! Και δεν μπορώ να αρνηθώ την συνυπευθυνότητα, του απλού κόσμου να το πω, του "έκλογικού σώματος" να το πω, δεν ξέρω. Ώρες ώρες έχω την πεποίθηση ότι μεγάλη μερίδα αυτής της χώρας, άσχετα με το πόσο λέει ότι επιθυμεί σημαντικές αλλαγές, στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να διατηρηθούν οι θεσμοί που προστατεύουν τις βολευτικές διαδικασίες αυτού και της οικογενείας του. Η υποκρισία μας έχει πάρει διαστάσεις κακοφορμίζουσας πληγής. Και το χειρότερο από όλα είναι ότι το γνωρίζουμε. Δεν δέχομαι ανήμερα του Αγίου Χρυσοστόμου και παραμονή της Παγκόσμιας Ημέρας κατά του Διαβήτη να δηλώσει κανένας άγνοια και άρνηση ευθυνών για τα χάλια μας.
Μέσα σε όλα αυτά η μουσική παραμένει γιατρικό. Σας αφιερώνω ένα τραγούδι από τους Χειμερινούς Κολυμβητές. Ένας από τους πιο ιδιαίτερους ήχους που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια από τον ελληνικό χώρο. Είμαι σίγουρος ότι το έχετε αγαπήσει ήδη.
Λοιπόν Παίδες, καλή ακρόαση! Και χαλαρώστε, τα χειρότερα έρχονται και αυτό είναι κάτι που μπορούμε να το υποσχεθούμε στον εαυτό μας.
Γεια!
Το πολλαπλό σου είδωλο - Χειμερινοί Κολυμβητές (στίχοι, μουσική και πρώτη εκτέλεση : Αργύρης Μπακιρτζής)
Συχνάζεις στο "Μικρό καφέ" κι εγώ στη Μυροβόλο έτσι που όσο κι αν θέλουμε ποτές δε θα ιδωθούμε
Εγώ ξυπνάω απ' τις εφτά κι εσύ το μεσημέρι κι όταν τινάζω τα χαλιά στο βόλεϊ πάντα τρέχεις
Στην παμπ πηγαίνεις στις εννιά κι εγώ έντεκα με μία έτσι που όσο κι αν θέλουμε ποτές δε θα ιδωθούμε
Μα πού θα πάει ο καιρός κι οι βουρλισμένοι χρόνοι θε να 'ρθει κάποιο σούρουπο ξανά ν' ανταμωθούμε
Υ.Γ. 1 : Τώρα που το ξαναβλέπω, δεν είναι τόσο άσχετο το τραγούδι με αυτά που λέγαμε. Δεν νομίζετε;
Υ.Γ. 2 : Η ανταπόκρισή μου στο μπλογκοπαίχνιδο "7 αλήθειες" θα έρθει στο άμεσο μέλλον. Αναμείνατε...
Ένα όμορφο βιντεοκλιπάκι, που από την πρώτη στιγμή αγκιστρώθηκα πάνω του. Το είδα τρεις-τεσσερις φορές απανωτές. Διάφορες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου. Αν και στην αρχή με μελαγχόλησε λίγο, στην τρίτη φορά που το είδα, στην τελευταία σκηνή με τα χρυσόψαρα στη γυάλα, έσκασε ένα αυθόρμητο χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Μετά από αυτό μπορώ να κοιμηθώ πιο ανάλαφρος.
Δεν ξέρω τι επίδραση θα έχει εσάς. Το αναρτώ με την πρόθεση να σκάσει ένα χαμόγελο σε όσα μελαγχολικά προσωπάκια με διαβάζουν και να κοιμηθούν πιο ανάλαφρα.
Θα το πετύχω άραγε;
Καλή ακρόαση παίδες!
Γεια!
Iron and Wine - Naked as we came
She says "wake up, it's no use pretending" I'll keep stealing, breathing her. Birds are leaving over autumn's ending One of us will die inside these arms Eyes wide open, naked as we came One will spread our ashes 'round the yard
She says "If I leave before you, darling Don't you waste me in the ground" I lay smiling like our sleeping children One of us will die inside these arms Eyes wide open, naked as we came One will spread our ashes round the yard
Πόσοι άραγε θα φύγουν και φέτος; Πόσοι ήδη έφυγαν, και πόσοι προγραμματίζουν να φύγουν; Που τους βάζεις και αυτούς που δεν θα αντέξουν άλλο, θα σιχτιρίσουν τους πάντες και θα την κάνουν; Τα τελευταία χρόνια όλοι αυτοί, λένε ότι ανέρχονται στους 500.000. Δεν είναι και πολλοί έτσι δεν είναι; Μπρος στα 10 εκατομμύρια, τι να σου κάνει μισό εκαταμμυριάκι; Η ελληνική κοινότητα, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Τα άξια μέλη της, συνεχιστές ενός ένδοξου παρελθόντος, φέροντες ένα σπάνιο γονιδίωμα που τους κάνει να ξεχωρίζουν και να διαπρέπουν σε ο,τιδήποτε καταπιάνονται, δεν πτοούνται από μία τέτοιου είδους διαρροή. Έτσι δεν είναι Ελληνάρες μου!!!
Τι γίνεται ρε παιδί μου; Αναρωτιέμαι, αν αυτό το νούμερο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και σκέφτομαι, ως ένας μέσος νους, ότι αυτό το γεγονός εξηγεί πολλά πράγματα. Εξηγεί μια καθημερινότητα δυσκοίλια και ασθμαίνουσα που έχει βρωμίσει τον τόπο από την σαπίλα της. Εξηγεί το πως κατάντησα να γίνω μπαλάκι ανάμεσα στον Κωστάκη και τον Γιωργάκη. Έρμαιο δημοσκοπήσεων, σαν χάνος να χάνομαι ανάμεσα στα 2.2%, 1.8%, 0.2%, 0.1%. Μα ποιος άλλος πολίτης άλλης χώρας βιώνει τέτοιες κοσμοϊστορικές αλλαγές. Εξηγεί όλη τη λιμαδούρα του δημοσίου που έχει το θράσος να σε κοιτάει και με υφάκι αν τους υπενθυμίσεις ότι οφείλουν να σε εξυπηρετήσουν. Εξηγεί το μαύρο μας το χάλι με λίγα λόγια.
Αν ό,τι καλύτερο έχουμε δραπετεύει άρων-άρων από αυτή την καλύβα, και μέσα παραμένει η ανημποριά και τα εδραιωμένα συμφέροντα, ε, τι άλλο χρειάζεται για να κατανοήσεις την κατάντια σου;
Εξάγουμε καθημερινά την ελπίδα μας για ένα καλύτερο μέλλον, και βαυκαλιζόμαστε, με όλη αυτή τη λυματολάσπη που συσσωρεύουμε σ’ αυτή τη μιας πιθαμής γη, ένα καλύτερο αύριο. Αρχ#$%@!!! Και συγνώμη για την έκφραση. Δεν μπορώ, φόρτωσα, σαββατιάτικα. Σας αφήνω, ανοίγω παράθυρα, πατζούρια, βάζω δυνατά τη μουσική και πάω να ξεχαστώ με χάδια και φιλιά κάτω από ένα βαρύ ζεστό πάπλωμα. Μην πάει χαμένη τέτοια μέρα! Δεν θα κάτσω να σκάσω κιόλας!
Λοιπόν παίδες, όποιος μπορεί, δραπετεύει. Δείτε το παρακάτω βιντεάκι να πάρετε μία ωραία γεύση.
Καλό σαββατοκύριακο, και φιλάκια πολλά!
Γεια!
Α, συγνώμη, που πάω χωρίς τραγουδάκι. Όχι ακριβώς τραγουδάκι, αλλά μία σύνθεση με σχετικό τίτλο. Απολαύστε το Escape, του Craig Armstrong, με συνοδεία σκηνών από το Matrix Reloaded. Άντε να δω παλικάρια μου πότε θα δραπετεύσουμε από την συλλογική ψευδαίσθηση που βιώνουμε ως κάτοικοι (ή ως ένοικοι θα πρεπε να πω;) αυτού του κράτους. Άντε να δω!
Χαλάει ο καιρός και μου αρέσει. Βροχές, πυκνά σύννεφα, αέρας, χαμηλές θερμοκρασίες, ό,τι χρειάζεται ένα παιδί του χειμώνα για να αρχίσει και πάλι να αισθάνεται οικεία με το περιβάλλον του. Μήπως φταίει που γεννήθηκα χειμώνα; Δεν ξέρω, και ούτε με νοιάζει ιδιαίτερα. Απολαμβάνω αυτή τη σταδιακή αλλαγή. Την απόσυρση αυτού του εκτυφλωτικού και αδιάκριτου φωτός που πλημμυρίζει τα πάντα την εποχή του καλοκαιριού. Ποτέ δεν συμφιλιώθηκα με αυτές τις αλόγιστες ποσότητες φωτός και θερμότητας. Νιώθω ότι χάνεται το μέτρο και η ουσία. Όλα ισοπεδώνονται κάτω από αυτό το πέπλο.
Ο καιρός πλέον αποκτάει και πάλι μια πιο εκλεπτυσμένη προσωπικότητα. Διαλύεται αυτό το αποχαυνωμένο βλέμμα του καλοκαιριού. Αποκτάει και πάλι την σπιρτάδα του με μια παράλληλη σκοτεινιά που συνδυάζει μια οξυμμένη πνευματικότητα και θέληση για συντροφικότητα. Όλοι μας κάνουμε έναν μικρό προγραμματισμό στο μυαλό μας. Τι θα συνεχίσουμε, που αφήσαμε ανολοκλήρωτο, τι καινούριο θα αρχίσουμε που από καιρό επιθυμούσαμε. Η δημιουργικότητα μπαίνει δυναμικά στο παιχνίδι. Η βάση μας γίνεται και πάλι το σπίτι μας και οι άνθρωποι που θα μας συντροφεύσουν. Με τρελαίνουν οι αγκαλίτσες μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας μία ταινία και έξω να βρέχει ή να φυσάει μανιωδώς. Είναι τρέλα!!! Με αντίπαλο τις χαμηλές θερμοκρασίες, η ανθρώπινη θέρμη αποκτάει ουσία. Το να επιτευχθεί και να διατηρηθεί είναι ότι καλύτερο θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε.
Έτσι, όλοι μαζί, με μια λαλιά και μια φωνή ας υποδεχτούμε το φθινόπωρο :
Καλωσόρισες Φθινόπωρο!
Και για τέλος ένα τραγουδάκι αφιερωμένο στο καλοκαιράκι που πέρασε. "Δεν λέω υπήρχαν και καλές στιγμές"! Και όπως κάθε αντίο, οφείλει να είναι λίγο, ξέρετε τώρα, να, λίγο μελαγχολικό.
Καλή ακρόαση Παίδες!
Γεια!
The daylights - Goodbye Summer Bedroom
Say goodbye to Summer She's leaving for a while I said it's getting cold out She barely forced a smile Like little children always know Sun goes down you better get home I never noticed it was too late Didnt want to leave didnt want to say Goodbye summer, goodbye summer
I heard your favorite song today the melody stuck in my head and I remember you never needed words to explain What we both knew we had You remember, 100 million people fast asleep Laying there thinking of you and me I can feel December closing in Why'd you have to leave? Why'd I have to say goodbye summer? Goodbye summer
We'll always have that summer now Feel it still sun on our skin and when it fades have no regrets I'll not forget, I'll not forget oh Goodbye summer laying there thinking about you and me Goodbye summer Why'd you have to go Why'd you have to leave Goodbye Summer Why'd you have to go I wanted you to stay Goodbye Summer
Πέρασε καιρός τελικά. Ποτέ δεν είναι λίγος, αλλά και ποτέ δεν είναι πολύς. Η σχέση μας με τον χρόνο είναι κάτι περίεργο. Έτσι δεν είναι μικρά μου, δίποδα; Άλλοτε μας στοιχειώνει, άλλοτε μας γαληνεύει. Σε μια αιώνια μάχη απαλλαγής από την καταλυτική του επίδραση, όχι τόσο στο δέρμα και στα κόκκαλα, αλλά στην ψυχή μου, επιστρέφω πάλι εδώ, πιο ειλικρινής νομίζω. Σε ένα ιδιαίτερο σπιτικό, σε μια ιδιαίτερη γειτονιά που μάλλον μου έλειψε.
Η αποχή μου, δεν ήταν λόγω κάποιων ιδιαίτερων υποχρεώσεων. Χρόνος υπήρχε άπλετος. Απλά, η αντίδραση αυτή είναι μάλλον ενστικτώδης. Είναι μία ανάγκη να επιβεβαιώνω, ότι, το ο,τιδήποτε κάνω, το κάνω γιατί το έχω εγώ ανάγκη, και όχι για να ικανοποιήσω ματαιοδοξίες μου, που όπως όλοι γνωρίζετε, ξέρουν να τρυπώνουν και να φωλιάζουν σε οποιαδήποτε πράξη μας.
Έτσι, κάπως πιο ανάλαφρος, μέσα από αυτό το μικρό παράθυρό μου στον κόσμο, σας χαιρετώ μετά από τέσσερις μήνες περίπου και σας στέλνω μία γλυκιά καλημέρα. Με πιάσαν τα σιρόπια πάλι! Είμαι καλά, μάλλον αυτό θα φταίει. Και τα βλέπω όλα πιο φωτεινά, εξάλλου ακόμη καλοκαίρι έχουμε, και το φως δεν κάνει τσιγγουνιές.
Η αίσθηση της επιστροφής είναι μοναδικά σαγηνευτική. Όλοι μας, έχουμε τις ζωές μας, το διαδίκτυο δεν μπορεί να αναπληρώσει τα κενά μας στην "έξω" ζωή μας. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να αποτελέσει μία δημιουργική ασχολία, σαν ένα χόμπι, αλλά ποτέ δεν καταφέρνει να σου δώσει την ολοκληρωτική αίσθηση της πραγματικής ζωής, όσους ανθρώπους και αν γνωρίζεις, όσες απόψεις και φιλοφρονήσεις αν ανταλλάξεις.
Προσπαθώντας να κρατήσω ό,τι αληθινό υπάρχει από κάτι τέτοιο, μιας και 'γω προσπαθώ να βάλω κάτι από τον εαυτό μου σε αυτό, σας αφιερώνω το παρακάτω τραγουδάκι που ίσως και να ταιριάζει σε αυτό το post.
Η πορείας μας, ίσως είναι αδύνατο να έχει μία γραμμική πορεία. Πότε μπροστά, πότε πίσω, πότε πάνω, πότε κάτω. Όλα είναι μέσα σε αυτό το παιχνίδι. Έτσι και η επιστροφή σε κάτι που τελικά ανακαλύπτεις ότι σου αρέσει, σε κάτι από σένα, είναι πάντα καλοδεχούμενη. Ελπίζω να καλοδεχτείται, αυτό το μικρό postάκι.
Καλημέρα blogοκοινότητα!!!
Bryan Adams - I will always return Album: Spirit: Stallion of the Cimarron
I hear the wind call your name It calls me back home again It sparks up the fire A flame that still burns Oh it's to you, I'll always return
Yeah!
I still feel your breath, On my skin I hear your voice deep within The sound of my lover A feelin so strong Oh, it's to you i'll always belong
Now i know its true Yeah! My every road leads to you. And in the hour of darkness darlin, Your light gets me through. I wanna swim in your river. Be warmed by your sun. Bathe in your waters. Cause you are the one!
I can't stand the distance. I can't dream alone. I can't wait to see you, Yes I'm on my way home.
I'm on my way.
OH! I hear the wind, Call your name. The sound that leads me home again. It sparks up the fire. A flame that still burns. OH! Its to you, I will always return. Wanna swim in your river. Be warmed by the sun. Bathe in your waters. Cause you are the one!
I can't stand the distance. I can't dream alone. I can't wait to see you, Cause I'm on my way home.
OH! Here the wind, Call your name. The sound that leads me home again. It sparks up the fire. A flame that still burns. Yeah! Im on my way! I will always return. Yes I will always return. I've seen every sunset. And with all that i've learned. Oh! It's to you I will always, Always, Return.
Τον ακολούθησα. Κι αυτή είναι μία μικρή μου ομολογία, χαρισμένη από μένα για σας. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανα κάτι τέτοιο. Απολαμβάνοντας την περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης, παρατηρώ τα βλέμματά τους, ακούω τις αναπνοές τους. Τρέφομαι από τη ζωή τους. Είναι συνήθως όλοι τόσο βιαστικοί που δεν υποψιάζονται ότι κίνησαν το ενδιαφέρον σε κάποιον, και αυτός τους ακολουθεί σαν να προσπαθεί να λύσει κάποιο μυστήριο. Έτσι με τόση απλότητα και τόση λαιμαργία.
Αγαπημένο μέρος είναι το λιμάνι. Είναι ένα πολύ καλό πεδίο παρατήρησης. Στέκια για όλες τις ηλικίες και όλα τα γούστα. Είχε ήδη βραδιάσει, τα μαγαζιά γεμάτα, κόσμος να μιλάει, κόσμος να γελάει, ένα αδιάβλητο μουρμουρητό, σαν σιγόντα ψαλμωδίας. Το φεγγάρι είχε τις τιμητικές του. Φωτεινό, ολόκληρο, περήφανο, σαν μία φωτεινή έξοδο μέσα στη νύχτα. Πέρασε αρκετή ώρα που τίποτα δεν μου είχε κινήσει την περιέργεια. Τα συνηθισμένα μοτίβα ενός σαββατόβραδου. Κατευθύνθηκα προς τα ρεμπετάδικα. Μαζωμένα όλα μαζί, το ένα δίπλα στο άλλο, μέσα σε στενά που τα έντυναν με μία γραφικότητα εποχής. Αυτό το ταξίδι σε μία άλλη εποχή με καθήλωνε. Ο κόσμος έπερνε μία άλλη όψη μέσα σε αυτά τα στενά. Και μία ιδιαίτερη όψη μου τράβηξε την προσοχή. Μόνος του, ντυμένος στα μαύρα, με βήματα βαριά, που δεν βιάζονταν, προχωρούσε σταθερά. Δεν τον ένοιαζε που πήγαινε, δεν ανυπομονούσε να φτάσει. Λεπτά χαρακτηριστικά, ψηλός, γύρω στα 50, προσπερνούσε τους περαστικούς σχεδόν αδιάφορος. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ και τον ακολούθησα.
Μετά από λίγη ώρα, έφτασε σε ένα ρεμπετάδικο, που η μουσική ακουγόταν μέχρι έξω στο δρόμο. Μπήκε μέσα. Πλησίασα και εγώ. Ο πορτιέρης με κοίταξε περίεργα, σαν να κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί μου, αλλά μάλλον συνηθισμένος στα περίεργα της νύχτας μου άνοιξε την πόρτα και ψυχρά μου είπε «Περάστε. Καλή διασκέδαση.»
Προχώρησα στο κουτουκάκι, χαμηλοτάβανο, με ρεμπέτικο ντεκόρ, προσπέρασα κάποιους πελάτες χωρίς να τους κοιτάξω και πήγα κι έκατσα σ’ ένα μικρό μπαρ. Εκεί καθόταν, μαζί με κάποιους άλλους, και ο στόχος μου. Οι παρέες στα τραπέζια, και οι μόνοι στο μπαρ. Μία διάκριση που μάλλον την απολάμβανα. Οι ανένταχτοι έχουν μία θέση στο μπαρ, πάντα πιο ψηλά από τους τραπεζομένους.
Δείχνοντας αδιάφορος και ότι τάχα απολαμβάνω το πρόγραμμα, προσπαθούσα πολύ σκληρά παρατηρώ κάθε κίνηση, κάθε λέξη, κάθε νεύμα της βραδινής μου λείας. Παρατήρησα μία μεγάλη οικειότητα με τον μπαρμαν, τον ήξερε με τον μικρό του όνομα και του μιλούσε στον ενικό. Το όνομά του ήταν ‘Αγγελος. Ο μπαρμαν τον ρώτησε : «κύριε Άγγελε, το συνηθισμένο;», και ο κύριος Άγγελος απάντησε : «Το συνηθισμένο, και κάντα δύο. Ας κερδίσω τον χαμένο χρόνο». Το συνηθισμένο ήταν ουίσκι διπλό μ’ ένα παγάκι. Δεν πρόλαβα να δω πότε ήπιε τα πρώτα δύο. Παράγγειλε άλλα δύο. Άκουσα τον μπάρμαν, τον Στελάκη, να του λέει : «Δεν είσαι καλά, κύριε Άγγελε. Βάσανα;», και ο Άγγελος του απαντάει « Καλύτερα από ποτέ. Άιντε, στην υγειά σου!»
Αυτό συνεχίστηκε για τις επόμενες δύο ώρες. Ήξερα ότι τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν καλά. Ο κύριος Άγγελος μετά από δύο μπουκάλια ουίσκι, είχε στο βλέμμα του μία αδιαπέραστη ομίχλη, που δεν άφηνε να φανερωθούν οι προθέσεις του. Παρήγγειλε, ένα ολόκληρο μπουκάλι ουίσκι. Είδα τον μπαρμαν να δυσανασχετεί. Του δίνει ένα μπουκάλι, και του βγάζει ένα καινούριο ποτήρι με ένα δοχείο πάγο. «Δεν τα χρειάζομαι αυτά», λέει ο κύριος Άγγελος και κάνει πέρα το ποτήρι και τον πάγο. Βλέπει τον μπάρμαν που προσθέτει την αξία του μπουκαλιού στο τεφτέρι που είχε σημειώσει και όλα τα υπόλοιπα τα ποτά για να μην χάσει τον λογαριασμό, και του λέει με κυνικό ύφος « Τζάμπα κρατάς λογαριασμό. Είναι δώρο άδωρο. Πώς να σου το πω, ρε Στελάκη, δεν μπορώ πια να είμαι ο «τζάμπα σωστός» με το στανιό. Κατάλαβες ρε, τι με κοιτάς έτσι σαν χάνος. Βαρέθηκα!». «Μα κύριε Άγγελε, τι λές; Ποιος θα τα πληρώσει όλα αυτά. Εσύ πάντα ήσουν σωστός με τους λογαριασμούς σου. Τώρα αποφάσισες ν’ αλλάξεις χαρακτήρα; Ελά τώρα, πες μου ότι αστιεύεσαι. Δεν θέλω μπερδέματα». Ο Στελάκης με ανήσυχο βλέμμα προσπαθεί να εντοπίσειτο αφεντικό του μαγαζιού, χωρίς να καταλάβει τίποτα ο κύριος Άγγελος. «Έλα στην υγειά σου», φωνάζει ο κύριος Άγγελος και πίνει από το μπουκάλι. « Στελάκη μια ζωή άλλα θέλω κι άλλα κάνω, όμως μέσα μου αγόρι μου…(γελάει) Απίστευτος ο κόσμος, άκουσες, απίστευτος κι ο χαρακτήρας μας! Τόσα χρόνια με λάθη στραβά και πάθη που μ’ έβγαλαν σωστό, δεν έδωσα δικαίωμα, σε κανέναν, τόσα χρόνια κι έφτασα ως εδώ. Τώρα όμως θα συμμορφωθώ! Δεν θα είμαι πια σωστός με το στανιό! Αϊντε στην υγειά μας!»
Ο κύριος Άγγελος δεν είχε καταλάβει πάνω στο παραλήρημά του ότι ο μπαρμαν είχε ειδοποιήσει τους μπράβους του μαγαζιού. Περίμεναν από πίσω του. Ο Στελάκης τον προειδοποιεί «κύριε Άγγελε, τελευταία προειδοποίηση, θα πληρώσετε ή θα με αναγκάσετε να σας πετάξω έξω;» «Τι λες ρε Στελάκη; Έξω φυσάει αέρας, καλά δεν είμαστε εδώ; Κοίτα κι αυτούς που χορεύουν γύρω μας. Καλά δεν περνάμε;» «κύριε Άγγελε, δεν αστειεύομαι, δεν έχω άλλη επιλογή», «κάνε το καθήκον σου μικρέ. Κι εσύ άλλα θες κι άλλα κάνεις, να θυμάσαι όμως πως τζάμπα κρατάς λογαριασμό στους καϋμούς του καθενός. Κάνε το καθήκον σου λοιπόν, τι με κοιτάς;» «Πάρτε τον»
Τον αρπάζουν δύο μπράβοι και τον σέρνουν έξω από το μαγαζί. Τον πετάνε με δύναμη στο πεζοδρόμιο. Σωριάζετε κάτω. Οι δύο μπράβοι τον βαράνε μερικές κλωτσιές και του λένε «Μην σε ξαναδούμε, κατάλαβες!».
Είχα βγει και εγώ από το μαγαζί, αλλά δεν βρήκα το κουράγιο να τον προστατέψω από τους μπράβους. Ευτυχώς δεν τον σακάτεψαν πολύ. Όταν μπήκαν λοιπόν πάλι οι μπράβοι στο μαγαζί, πλησίασα τον κύριο Άγγελο για να τον βοηθήσω. «Είστε καλά; Απίστευτος ο κόσμος. Κι όλα αυτά για λίγο ουίσκι. Ελάτε να σας βοηθήσω να σηκωθείτε.» «(ο κ. Άγγελος γελάει, τραβάει από κάτω του το μπουκάλι με το ουίσκι και πίνει) Παράτα μες, φιλέσπλαχνε! Πήγαινε να βοηθήσεις τη δικιά σου ζωή! Επιτέλους διωγμένος, ξημερώματα πεταμένος στο δρόμο. (γελάει πιο δυνατά)» . Πισωπάτησα και απομακρύνθηκα από κοντά του. Ο αχάριστος είπα από μέσα μου. Απομακρύνθηκα και κρύφτηκα στις σκιές του δρόμου. Δεν κατάφερα να πείσω τον εαυτό μου να φύγει. Εθισμένος από την παρουσία του, αποφάσισα να μείνω, σαν παράσιτο σε μια ξένη ζωή, να συνεχίζω να ρουφάω αίμα από την πληγή του. Τι θα κάνει τώρα, αναλογίστηκα. Τον είδα να σηκώνεται αργά από το πεζοδρόμιο, στηριζόμενος στο ένα χέρι, γιατί το άλλο δεν αποχωριζόταν το ουίσκι. Αφού κατάφερε να ορθοποδήσει άρχισε να προχωράει προς το λιμάνι, σαν υπνωτισμένος. Καθώς προχωρούσε τρεκλίζοντας, με βήματα αβέβαια, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν θα καταφέρει να κάνει το επόμενο, φώναζε με όση δύναμη του είχε απομείνει «Ξημερώματα στο δρόμο και χάνω το μυαλό μου, μ’ ακούς πριγκιπέσα μου, χάνω το μυαλό μου». Έφτασε στο λιμάνι, το φεγγάρι έμοιαζε να αγγίζει τη θάλασσα. Έμεινε ακίνητος, σκούπισε το πρόσωπό του, σαν να διώχνει την ομίχλη από πάνω του, αφήνει το μπουκάλι με το ουίσκι να πέσει κάτω. Το ουίσκι σαν σπονδή κατρακυλάει προς τη θάλασσα. Ο κ. Άγγελος, σαν σφάγιο προς θυσία στο φεγγάρι, βαδίζει προς αυτό, χωρίς φόβο, με αβάσταχτη για μένα σιγουριά. Μένει στην άκρη του λιμανιού, λουσμένος από το φως του φεγγαριού, μονολογεί κάτι που το μόνο που κατάφερα να ακούσω ήταν «…πριγκιπέσα μου, το φως σου…». Χάθηκε ξαφνικά από μπροστά μου μέσα στον ήχο ενός παφλασμού. Δεν έκανα καμία προσπάθεια για να τον σταματήσω, ο κ. Άγγελος, είχε δίκιο, είχα άλλον να βοηθήσω. Έτσι απλά, «απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας». Βάδισα με σκυμμένο το κεφάλι μέχρι το σπίτι μου κι αφού έκλεισα τις κουρτίνες του δωματίου μου για να αποφύγω το φως του φεγγαριού, ξάπλωσα ανάσκελα στο κρεβάτι μου.
ΥΓ1. Αυτή είναι η απάντησή μου στην πρόσκληση Αυτής (She). Με παίδεψε ομολογουμένως, ελπίζω να μην μου φυλάει άλλο τέτοιο χουνέρι!
ΥΓ2. Παραδίδω την σκυτάλη σε Pauline μιας και τώρα που τέλειωσε το μεταπτυχιακό της έχει αρκετό χρόνο! Καλή τύχη μωβ φουσκάλα μου! ΥΓ3. Κανονες: 1. Διαλέγεις όσα τραγούδια θέλεις από έναν καλλιτέχνη, άντρα ή γυναίκα, έλληνα ή ξένο, οποιουδήποτε ρεπερτορίου. 2. Σκέφτεσαι μια μικρή ιστορία. 10-20 γραμμές είναι αρκετές, αλλά μέχρι όσο θες. 3. Εντάσσεις μες στην ιστορία σου στίχους από αυτά τα τραγούδια και τους επισημαίνεις ώστε να καταλαβαίνουμε ποιοι είναι. 4. Αν μπορείς συνοδεύεις την ανάρτησή σου με τους ανάλογους ήχους. 5. Καλείς κι άλλους να σου πουν τη δικιά τους Μουσική Ιστοριούλα. ΥΓ4. Από κάτω σας έχω το τραγουδάκι με τα στιχάκια.
Παίδες, ελπίζω να σας άρεσε η μουσική μου ιστοριούλα, αλλά κι αν δεν σας άρεσε, σας ανταμείβω για την υπομονή σας και τον κόπο σας να τη διαβάσετε. Απολαύστε τον Σωκράτη στην "Πριγκιπέσα", δώστε λίγη βάση στη φωνή του, στη μουσική και στους στίχους, και είμαι σίγουρος ότι θα βγείτε κερδισμένοι.
Λοιπόν, παίδες, καλή ακρόαση!
Γεια!
Πριγκιπέσα (στίχοι - μουσική : Σωκράτης Μάλαμας)
Άλλα θέλω κι άλλα κάνω πώς να σου το πω έλεγα περνούν τα χρόνια θα συμμορφωθώ.
Μα είναι δώρο άδωρο ν' αλλάξεις χαρακτήρα τζάμπα κρατάς λογαριασμό τζάμπα σωστός με το στανιό.
Έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου μέσα σ' αυτό το σπίτι πριγκιπέσα μου, το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας.
Άλλα θέλω κι άλλα κάνω κι έφτασα ως εδώ λάθη στραβά και πάθη μ' έβγαλαν σωστό.
Ξημερώματα στο δρόμο ρίχνω πετονιά πιάνω τον εαυτό μου και χάνω το μυαλό μου.